Επιχειρήσεις: Τρόποι βελτίωσης της ρευστότητας

Η ρευστότητα μιας επιχείρησης αποτελεί μια πολύ πιο δύσκολη και σύνθετη υπόθεση από το παρεμβαίνουν κάθε τόσο οι μέτοχοι με κεφαλαιακές ενέσεις προς την εταιρεία, γεγονός που συχνά μειώνει την αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων, αλλά επίσης συντελεί στη διαιώνιση αντιοικονομικών κινήσεων, καθώς κρύβει ουσιαστικά «κάτω από χαλί» αδυναμίες που υπάρχουν στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας, θέτοντας σε κίνδυνο τη μακροχρόνια ανταγωνιστικότητά της.

Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν επιχειρηματίες που επιδιώκουν να μην έχουν τόσο άνετη ρευστότητα στις εταιρείες τους, αλλά «ισολογισμούς που να ιδρώνουν» έτσι ώστε να μην σταματήσει το management να βρίσκεται σε εγρήγορση.

Για να βελτιώσει κάποιος τη ρευστότητα μιας εταιρείας, η εύκολη λύση είναι να προχωρήσει σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, ή έστω -αν μπορεί- να εξασφαλίσει δανεισμό (κατά προτίμηση μακροπρόθεσμο) είτε από τις τράπεζες, είτε από την αγορά ομολόγων. Στη μέθοδο του δανεισμού θα προσθέταμε και αυτή του sale and lease back, δηλαδή της πώλησης και επανεκμίσθωσης ακινήτου της εταιρείας.

Υπάρχουν φυσικά και πιο δύσκολοι τρόποι, για όποιον θέλει να βελτιώσει τη ρευστότητα της εταιρείας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται:

Πρώτον, η μείωση της περιόδου είσπραξης των απαιτήσεων της επιχείρησης από τους πελάτες της, ο δείκτης της οποίας (μετρούμενος σε ημέρες) υπολογίζεται ως

 

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η προσπάθεια αποφυγής επισφαλών απαιτήσεων, είτε μέσα από πολύ προσεκτική επιλογή πελατολογίου, είτε χρησιμοποιώντας το εργαλείο της ασφάλισης πιστώσεων.

Δεύτερον, η συρρίκνωση της μέσης περιόδου αποθεματοποίησης των προϊόντων και των πρώτων υλών της επιχείρησης (αυτός μειώνεται και μέσα από επενδύσεις που μπορεί να υλοποιήσει μια εταιρεία στο κομμάτι των logistics και του μηχανολογικού εξοπλισμού, αλλά και μέσα από διαφοροποιημένες συμφωνίες πώλησης των προϊόντων με τους πελάτες), ο δείκτης της οποίας (μετρούμενος και αυτός σε ημέρες) υπολογίζεται σε:

 

Τρίτον, η αύξηση της μέσης περιόδου αποπληρωμής των προμηθευτών της εταιρείας, ο δείκτης της οποίας (μετρούμενος και αυτός σε ημέρες) υπολογίζεται σε:

Τέταρτος τρόπος είναι η εφαρμογή μεθόδων μείωσης του λειτουργικού και λοιπού κόστους, με αποτέλεσμα να περισσεύουν περισσότερα χρήματα προς όφελος της επιχείρησης.

 

Πέμπτος τρόπος είναι η μέθοδος του outsourcing, μέσω της οποίας πχ η εταιρεία θα μπορούσε να εκχωρήσει τις υπηρεσίες αποθήκευσης και διακίνησης σε τρίτους και έτσι η να ρευστοποιήσει ακίνητα και εξοπλισμό που ήδη χρησιμοποιούσε για το συγκεκριμένο σκοπό.

Τέλος, υπάρχουν και άλλοι μέθοδοι, όπως η πώληση θυγατρικών εταιρειών, η αποχώρηση από ζημιογόνα προϊόντα και δραστηριότητες, η υλοποίηση επενδύσεων που βελτιώνουν την παραγωγικότητα της επιχείρησης, κ.λπ.

Το συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει ότι πέρα από τη συνεχή παροχή κεφαλαίων από τους μετόχους και τις τράπεζες, υπάρχουν και άλλοι τρόποι βελτίωσης της ρευστότητας, οι οποίοι είναι πολύ πιο αποδοτικοί, αλλά λιγότερο εύκολοι στον εντοπισμό και την υλοποίησή τους.

Για παράδειγμα, η ρευστότητα βελτιώνεται μέσα από την αναδιάρθρωση των προσφερόμενων προϊόντων (πχ στροφή προς προϊόντα που απαιτούν μικρότερο χρόνο παραγωγής, αποθήκευσης και διάθεσης) και μέσα από αλλαγή των αγορών στις οποίες απευθυνόμαστε (πχ συνήθως οι εγχώριες ιδιώτες πελάτες αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους νωρίτερα σε σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο, ή οι πελάτες του εξωτερικού ταχύτερα από τους αντίστοιχους Έλληνες).

Γενικότερα, όταν οι εταιρείες εξετάζουν τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν ανά business unit, δεν θα πρέπει να περιορίζονται μόνο στο κομμάτι της κερδοφορίας που επιτυγχάνει κάθε επιμέρους προσφερόμενο προϊόν ή υπηρεσία, αλλά επίσης το πόσα κεφάλαια απασχολεί, άρα τι «κοστίζει» αυτό σε ρευστότητα και το πώς επηρεάζει την αποδοτικότητα των χρησιμοποιούμενων κεφαλαίων της εταιρείας.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της εταιρείας του παρατιθέμενου πίνακα που διαθέτει τέσσερα προϊόντα. Στον πίνακα, αναφέρονται οι πωλήσεις κάθε προϊόντος, τα κέρδη προ φόρων και τόκων που αποφέρει (EBIT, Earnings Before Interest Taxes), καθώς και την αποδοτικότητά του επί των κεφαλαίων που χρησιμοποιεί, είτε αυτά είναι ίδια, είτε δανειακά.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι το ότι όλα τα προϊόντα προσφέρουν λειτουργική κερδοφορία στην επιχείρηση, πλην όμως το προϊόν Α’ είναι αυτό με τη χαμηλότερη λειτουργική κερδοφορία και το υψηλότερα απασχολούμενα κεφάλαια. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αν δεν υπάρχουν λόγοι ευρύτερης στρατηγικής, ή συμπληρωματικότητας των προϊόντων, τότε η εταιρεία θα μπορούσε να σταματήσει την παραγωγή του προϊόντος Α, ενισχύοντας δραστικά τη ρευστότητά της (δραστική συρρίκνωση των απασχολούμενων κεφαλαίων) και χωρίς ουσιαστικά να επιδεινώσει την καθαρή της κερδοφορία (από το ΕΒΙΤ θα πρέπει να αφαιρεθούν οι τόκοι πριν φτάσουμε στο προ φόρων αποτέλεσμα).

 

Business Units εταιρείας          
  Προϊόν Α Προϊόν Β Προϊόν Γ Προϊόν Δ Σύνολο
Πωλήσεις 100 80 70 60 310
ΕΒΙΤ 2 5 6 7 20
Απασχολούμενα κεφάλαια 250 120 100 100 570
ΕΒΙΤ/Απασχ. Κεφάλαια 0,8% 4,2% 6,0% 7,0% 3,5%

Μεγάλο ρόλο στη ρευστότητα επίσης, παίζει και η ψηφιοποίηση των εργασιών μιας εταιρείας. Ας υποθέσουμε τον πωλητή μιας βιομηχανίας, ο οποίος γυρίζει καθημερινά τα super market της πόλης, αφήνοντας τα προϊόντα της εταιρείας του και υπολογίζοντας το ύψος των νέων παραγγελιών. Χωρίς ψηφιοποίηση εργασιών, θα πρέπει να επιστρέψει στην εταιρεία του το απόγευμα, να δουλέψει υπερωριακά καταγράφοντας τις νέες παραγγελίες, οι οποίες θα δοθούν την επόμενη ημέρα στο τμήμα παραγγελιών για να εκτελεστούν την μεθεπόμενη. Αυτό σημαίνει επιπλέον κόστος μισθοδοσίας και καθυστέρηση ανταπόκρισης στη ζήτηση με αποτέλεσμα είτε την απώλεια πωλήσεων (ο πελάτης θα βρει άδεια ράφια) είτε την ανάγκη για επιπλέον αποθέματα στα ράφια των super market, άρα μεγαλύτερα αποθέματα για τη βιομηχανία και άρα σπατάλη ρευστότητας. Αντίθετα, αν ο πωλητής μπορεί να λειτουργήσει εξ’ αποστάσεως και να δώσει την παραγγελία άμεσα κατά τη στιγμή που βρίσκεται στο χώρο του super market, τότε θα αποφευχθεί υπερωριακός χρόνος και η παραγγελία θα φτάσει στο «ράφι» μία ημέρα νωρίτερα.

 

 

Ένα άλλο παράδειγμα, είναι η χρήση υποδειγμάτων προβλέψεων πωλήσεων σε βραχυχρόνιο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η υπεραποθεματοποίηση, αλλά και το βαρύτατο κόστος των επιστροφών σε περίπτωση που μιλάμε για προϊόντα με ημερομηνία λήξεως που δεν πρόλαβαν να πωληθούν έγκαιρα.

Σχολιάστε

*