Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά τέσσερα χρόνια περίμενε ο Κυπριακός όμιλος PHC που αναπτύσσει στην Ελλάδα την πολυεθνική αλυσίδα εστιατορίων Wagamama για να λειτουργήσει το κατάστημα της Κηφισιάς.

Το κατάστημα, ένα από τα δύο που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα, νοικιάστηκε τον Ιανουάριο του 2011 και εν τέλει λειτούργησε τον Δεκέμβριο του 2014. Αν διερωτάστε για ποιον λόγο χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να ανοίξει ένα εστιατόριο η απάντηση είναι απλή. Γραφειοκρατία. Όπως λέει στο Capital.gr ο διευθυντής λειτουργίας της αλυσίδας Κώστας Καρακαξίδης ότι εμπόδιο μπορούσε να μπει για να μην ανοίξει το κατάστημα, μπήκε.

Το παράδοξο είναι ότι λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα στο Golden Hall, όπου λειτουργεί εδώ και επτά χρόνια το πρώτο κατάστημα Wagamama στην Ελλάδα, ο χρόνος που απαιτήθηκε για να εκδοθούν οι σχετικές άδειες ήταν ένας μήνας. Αυτό επιτεύχθηκε για τον πολύ απλό λόγο διότι οι διαδικασίες, όπως συμπλήρωση και κατάθεση φακέλου και εν συνεχεία αυτοψία από όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες (υγειονομικό, αστυνομία, πυροσβεστική υπηρεσία, κ.α.) έγιναν με βάση όσα ισχύουν σε ένα ανεπτυγμένο κράτος λόγω του ότι το συγκεκριμένο κτίριο ήταν Ολυμπιακό Ακίνητο.

Η περίπτωση του Wagamama δεν είναι μοναδική. Ιστορίες καθημερινής τρέλας για την έκδοση μιας άδειας προκειμένου να λειτουργήσει μια επιχείρηση είτε αυτή είναι εστιατόριο, είτε βιοτεχνία, είτε βιομηχανία είναι καθημερινές.

Από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτή της αλυσίδας σούπερ μάρκετ και Cash & Carry Μετρό, η οποία προ δεκαετίας θέλησε να επεκτείνει το κατάστημα Cash & Carry που διατηρεί από το 1998 στον Πύργο Ηλείας. Τελικά την άδεια την πήρε και ολοκληρώθηκε η επέκταση, πήρε απλώς λίγα χρόνια παραπάνω, κοντά στα 9. Και αν η περίπτωση για το κατάστημα της METRO “έπεσε” πάνω στην πολεοδομία, δηλαδή στο βαθύ κράτος, αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν καθημερινά μεγάλοι, μικροί ή μικρότεροι επιχειρηματίες που έχουν να αντιμετωπίσουν τα δημοτικά συμβούλια των περιοχών που θέλουν να επιχειρήσουν.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο σε επίπεδο έκδοσης αδειών. Σοβαρό πρόβλημα εντοπίζεται και σε άλλους κρίκους της αλυσίδας. Όπως στους αναπτυξιακούς νόμους και στην ταχύτητα με την οποία οι υπηρεσίες ελέγχουν τους φακέλους ή την ολοκλήρωση μιας επένδυσης. Σύμφωνα με στέλεχος του υπουργείου Οικονομίας, ο χρόνος ανταπόκρισης της αρμόδιας υπηρεσίας για τον έλεγχο μιας επένδυσης που έχει ενταχθεί στον επενδυτικό νόμο μπορεί να φθάσει ακόμη και τα 3 χρόνια!

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επένδυση η οποία είχε ενταχθεί στον προηγούμενο αναπτυξιακό νόμο και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015. Η εταιρεία, παραγωγική με έδρα τη Βόρεια Ελλάδα έχει λάβει το 50% της επιχορήγησης και στα τέλη του 2015 κατέθεσε αίτημα ολοκλήρωσης της επένδυσης προκειμένου αρμόδια στελέχη του υπουργείου να πιστοποιήσουν την ολοκλήρωση. Πέντε μήνες μετά κανείς δεν έχει πάει με αποτέλεσμα η εταιρεία αφ ενός να μην μπορεί να εκταμιεύσει το υπόλοιπο 50% της επιχορήγησης και αφ ετέρου να μην είναι δυνατή η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής που είχε καταθέσει.

Και αυτό δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Τουριστική επιχείρηση η οποία έχει υλοποιήσει επένδυση σε νησί του Αιγαίου σε σχετικό έγγραφό της αναφέρει πως οι καθυστερήσεις στην επιστροφή της εγγυητικής επιστολής τραπέζης ύψους άνω των 6 εκατ. ευρώ της στοιχίζει ακριβά. Με βάση τα όσα αναφέρει στο έγγραφό της το χρηματοοικονομικό κόστος στην επιχείρηση σε τόκους τραπέζης για τη διατήρηση εγγυητικής επιστολής όσο αυτή δεν επιστρέφεται ξεπερνά τις 160.000 ευρώ.

Το συγκεκριμένο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν περισσότερες από 140 επιχειρήσεις ανά την Ελλάδα είναι εις γνώση του αρμόδιου υπουργείου, στελέχη του οποίου ανέφεραν στο Capital.gr ότι είναι ένα από τα θέματα που έχουν δρομολογηθεί οι διαδικασίες προκειμένου να επιλυθούν.

Σύμφωνα με το ίδιο στέλεχος υπάρχει έτοιμη εδώ και ένα δίμηνο τροπολογία με βάση την οποίο επιλύεται το θέμα του μητρώου και των αμοιβών των ελεγκτών η οποία περιμένει στη σειρά της για να συμπεριληφθεί σε νομοσχέδιο που θα πάει προς ψήφιση στη Βουλή. Όπως είπε το ίδιο στέλεχος, το θέμα θα επιλυθεί διότι μεταξύ των άλλων προβλέπεται να αυξηθούν πάρα πολύ οι αμοιβές των ελεγκτών, ιδιωτών και του δημόσιου τομέα, οι οποίες σύμφωνα με τον ίδιο σήμερα ανέρχονται στα 30 ευρώ.

Ένα ακόμη μείζον πρόβλημα που έχει μπροστά της η Κυβέρνηση είναι η “προίκα” που άφησαν πίσω τους οι παλιοί αναπτυξιακοί νόμοι. Σύμφωνα με στοιχεία της αρμόδιας διεύθυνσης, στους αναπτυξιακούς – επενδυτικούς νόμους του 2004 και 2011 εντάχθηκαν συνολικά 11.700 επενδυτικά σχέδια εκ των οποίων τα 6.370 δεν έχουν υλοποιηθεί. Για να καλυφθεί η κρατική συμμετοχή στα επενδυτικά έργα των προηγούμενων αναπτυξιακών νόμων απαιτούνται στην καλύτερη περί τα 3,6 με 4 δισ. ευρώ, με την παραδοχή ότι 2.000 επενδύσεις που έχουν ενταχθεί δεν είναι ενεργές και κατά συνέπεια δεν θα ολοκληρωθούν, και στη χειρότερη 5,6 δισ. ευρώ.

[email protected]