Οι νόμοι του Μέρφυ και ο φορολογούμενος

Οι νόμοι του Μέρφυ και ο φορολογούμενος

1. Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει
Ήρθε ο καιρός των δηλώσεων και ακόμα μαζεύω δικαιολογητικά. Ανοίγω την εφαρμογή Σάββατο απόγευμα, ξεκούραστος, για να αρχίσω την προσπάθεια. Βλέπω ένα ωραίο μήνυμα «η εφαρμογή βρίσκεται σε διαδικασία συντήρησης, θα τεθεί πάλι σε λειτουργία την Δευτέρα και ώρα 06:00». Την άλλη βδομάδα πάλι και βλέπουμε. Κάποτε καταφέρνω να μπω και να κάνω «επαλήθευση». Εμφανίζεται η δήλωση και τραβώ τα μαλλιά μου. Πότε πήρα εγώ 45.000 μισθό το 2015; Ο Λάκης από το λογιστήριο ότι ήθελε έγγραφε, γι’ αυτό όταν τον είπα να μου τυπώσει την βεβαίωση αποδοχών μου είπε «τι να την κάνεις τα έχω βάλει στο σύστημα». Άντε τώρα τη Δευτέρα να τον βάλω να κάνει διόρθωση.

Έχω και ένα νοίκι, τρόπος του λέγειν δηλαδή, επειδή όλο το χρόνο δεν πήρα φράγκο. Πάω στο Ε2 να το βάλω στα ανείσπρακτα, σιγά μην το βάλω. Το κουτάκι είναι κλειδωμένο και πρέπει να πάω στην Εφορία με δικαιολογητικά αγωγής έξωσης για να το ξεκλειδώσουν. Πήρα πριν τρεις μήνες τον δικηγόρο και μου είπε θα καταθέσει την αγωγή αμέσως μόλις λήξει η απεργία τους. Από ότι είδα συνεχίζεται και τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Κωδικός 049 κλειδωμένος. Αφού δεν τον χρειάζεστε γιατί τον βάλατε; Και αφού το αφορολόγητο δεν έχει σχέση εφέτος με τις αποδείξεις, γιατί ο κ. Τρύφωνας κάθε μέρα φωνάζει να τις μαζεύω; Τη σακούλα των σκουπιδιών που από έξω γράφει 2015 τι να την κάνω κι αυτή; Το πατάρι γέμισε και το σπίτι όλο κι όλο είναι 70 τετραγωνικά. Κάτω από το κρεβάτι της πεθεράς και βλέπουμε. Μου φαίνεται και εφέτος πάλι εκπρόθεσμος θα είμαι, πάει πάλι το κατοστάρικο. Χτυπάω ξύλο αλλά δεν γίνεται τίποτε. Την άλλη φορά θα χτυπήσω αλουμίνιο. Αυτό που με φοβίζει όμως περισσότερο είναι όταν κάτι γίνεται κανονικά. Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν σε αυτή τη χώρα. Τρομάζω και περιμένω την καταστροφή.

2. Στην τράπεζα, οι διπλανές ουρές κινούνται πιο γρήγορα. Αν αλλάξεις ουρά, η ουρά που ήσουν πριν θα αρχίσει να κινείται πιο γρήγορα από την ουρά στην οποία βρίσκεσαι τώρα.
Κάποια στιγμή θα καταφέρω να κάνω υποβολή, θα βγει η ταυτότητα οφειλής και επειδή δεν υπάρχει μία στο βιβλιάριο για να διευθετήσω την υποχρέωση με e-banking θα βγω στη ζητιανιά με τα παιδιά μαζί (γιαγιάδες, θείες άτεκνες, φίλοι με καλή οικονομική κατάσταση και γενικά ότι προκύψει), πάντα κάποιο χαρτζιλίκι δίνουν στα παιδιά. Αφού καυγαδίσουμε με τα μικρά εξηγώντας ότι η κίνηση δεν ήταν αβροφροσύνης αλλά προσχεδιασμένη, συνεπώς τα tips δεν είναι για χαρτζιλίκι αλλά για την Εφορία, θα γίνει ολική κατάσχεση των ρευστών (ο θείος Γιώργος πάλι κέρματα έδωσε ο γύφτος).

Θυμάμαι πέρσι, τότε που είχαμε ακόμα λεφτά και δεν έβγαζες από το μηχάνημα με το σταγονόμετρο. Καμαρωτός – καμαρωτός με την ταυτότητα οφειλής στήθηκα μια Δευτέρα πρωί σε μια από τις ουρές της τράπεζας (η συγκεκριμένη τράπεζα κατάργησε τα χαρτάκια για τη σειρά, επειδή λέει θέλει να έρθει πιο κοντά στον πελάτη). Ο παππούς μπροστά στο ταμείο τελειώνει τη δική του συναλλαγή και λέω μια χαρά πάμε. Τότε βλέπω την τσάντα λογιστηρίου που κρατάει. Την ανοίγει και παθαίνω. Έχει να πληρώσει τρεις Εφορίες και δέκα Δ.Ε.Η. από την πολυκατοικία και να ενημερώσει καμιά δεκαριά βιβλιάρια. Αυτή την ενημέρωση του βιβλιαρίου από τους γέρους δεν την κατάλαβα ποτέ. Παίρνεις εξακόσια ευρώ σύνταξη, με το που την παίρνεις ξοφλάς το φαρμακείο, κάτι από εδώ κάτι από εκεί, στις 25 του μήνα δεν έχει μείνει τίποτα. Την ενημέρωση τι την θέλεις, σου ζητάνε πιστοποιητικό ότι δεν έχεις μία;

Αλλάζω ουρά, ο μπάρμπας θα μεσημεριάσει, η άλλη προχωράει και αυτός που μπήκε μετά από εμένα είναι τώρα στο ταμείο. Τότε είναι που έρχεται η σειρά της κοπέλας του λογιστηρίου του βιοτέχνη. Βγάζει μια αρμαθιά με επιταγές, για να δει αν οι πελάτες έχουν χρήματα στον λογαριασμό να τις εξοφλήσει. Σιγά μην έχουν. Υποδιαιρέσεις του ενός ευρώ. Όλα τα υπόλοιπα λογαριασμών κυμαίνονται από 0,10€ έως 0,90€ του πλουσιότερου. Σε κάθε άρνηση, ακολουθεί και τηλέφωνο από την κοπέλα στον πελάτη. Μα πως, χθες τα έβαλα, θα φταίει το valeur. Βλέπω δίπλα, ο μπάρμπας ως εκ θαύματος έχει τελειώσει και ήδη εξυπηρετείται αυτός που ήταν μπροστά μου στην πρώτη σειρά. Η κοπέλα στο μεταξύ, συνεχίζει να τηλεφωνεί σε πελάτες. Ακούγεται ένα «γκζζ – γκζζ» από το τηλέφωνό της. Δεν μου μοιάζει και πολύ για μηχανικό ήχο, μάλλον ο πελάτης κάνει το χαλασμένο τηλέφωνο. Ξαναπηγαίνω στη προηγούμενη σειρά. Ήδη όμως έχει εμφανιστεί στο ταμείο αρχοντογιαγιά. Βγάζει πέντε βιβλιάρια για τα εγγόνια και πέντε φακελάκια με αντίστοιχα εικοσάρικα. Δεν πρόκειται να φύγω πριν από το μεσημέρι. Πάει το μεροκάματο.

3. Ο χρόνος είναι σχετικός
Δεν αντέχω άλλο στην ουρά, ήπια και δύο καφέδες το πρωί, χάνω τη σειρά μου και ζητάω απεγνωσμένα τουαλέτα. Τη βρίσκω, πάω να ανοίξω και ακούω «άλλος». Ο τύπος πέραν του προσωπικού project, μιλάει ταυτόχρονα και στο κινητό, εξηγώντας τη Μαρίκα πως θα μετατρέψει το αρχείο από pdf  σε word. Συμπέρασμα. Ο χρόνος είναι σχετικός. Το πόσο διαρκεί ένα λεπτό, εξαρτάται από το μέρος της τουαλέτας που βρίσκεσαι.

4. Αν κάποια πράγματα θα μπορούσαν να πήγαιναν στραβά και δεν πήγανε, θα αποδειχτεί ότι θα ήταν καλύτερα αν είχαν πάει
Τελικά τα κατάφερα. Αφού έφαγα τρεις ώρες στη τράπεζα, έχασα το μεροκάματο, έβρισα τον τύπο στη τουαλέτα και βγήκε, μπήκα σε μια ουρά και έμεινα σε αυτή χωρίς να αλλάζω, πλήρωσα τη ταυτότητα πληρωμής. Με το που γύρισα στο σπίτι η Ελένη μου λέει όλο χαρά «μη ζορίζεσαι για την Εφορία, δώσανε δύο μήνες παράταση. Θα το τακτοποιήσουμε μέχρι τότε…»

5. Το νοίκι
Για να πληρώσω την Εφορία που θα μπορούσα να μην το είχα κάνει αλλά έχασα το σωστό timing, δεν έβαλα χρήματα για το νοίκι της μεγάλης που σπουδάζει στο Τ.Ε.Ι. στην Λαμία. Αύριο πρωί θα έχω τηλέφωνο από τον ιδιοκτήτη, θα πάρει και το παιδί και θα το λέει ότι ο πατέρας σου δεν μου έβαλε πάλι ενοίκιο, η μικρή θα με τηλεφωνήσει και θα κλαίει «ρεζίλι με έκανες πάλι»… Νόμος του Μέρφυ: Όσοι δυσκολεύονται να πληρώσουν νοίκι, πληρώνουν νοίκι. Όσοι έχουν την άνεση να πληρώνουν νοίκι, ιδιοκατοικούν.

6. Μην διαφωνείς δημόσια με έναν ηλίθιο… Ο κόσμος μπορεί να μην καταλάβει τη διαφορά
Δύο μήνες αφού έχω ξοφλήσει την Εφορία, μου έρχεται ειδοποίηση περί υφιστάμενων χρεών. Δεν δίνω και μεγάλη σημασία, παίρνω το εξοφλητικό της τράπεζας και πηγαίνω στην Εφορία. Σε μισή ώρα έχω βρει τον «υπεύθυνο», το δυσκολότερο μάλλον, επειδή σε όποιον λέω το πρόβλημα μου λέει ότι δεν είναι αρμόδιος και με στέλνει σε κάποιον άλλο. Τελικά καταλήγω σε κάποιον που και αυτός ήδη με είχε στείλει αλλού. Βλέπει τα χαρτιά και αποφαίνεται ότι δεν έχω πληρώσει. Μειδιώ με τη σιγουριά του δίκαιου, έξυπνου και άνετου και του λέω ότι πρέπει να φαίνεται η ταυτότητα πληρωμής και η καταβολή μέσα στο σύστημα. Μου λέει πως αυτό που φαίνεται θα είναι από άλλη πληρωμή. Του λέω μα δεν χρωστάω κάτι άλλο. Μου απαντά ότι αυτό είναι δική μου άποψη. Τον ρωτάω τι πρέπει να κάνω και μου λέει να πάω σε κάποιον λογιστή επειδή εγώ μάλλον δεν τα καταφέρνω και καλά. Του λέω «και εσείς τι κάνετε εδώ;» και μου λέει ότι τρώω τον χρόνο του και τον χρόνο αυτών που περιμένουν. Του απαντάω ότι δεν περιμένει κανείς και σηκώνεται όρθιος φωνάζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να μην τον αφήνω να δουλέψει, ότι κάτι σαν και εμένα έχουν καταστρέψει το Δημόσιο και άλλα τέτοια. Στο μεταξύ έχουν συγκεντρωθεί καμιά δεκαριά φορολογούμενοι που περίμεναν σε διπλανά γραφεία και μου λένε και αυτοί ότι δημιουργώ θέμα, είμαι προβληματικός και να πάω σε λογιστή αφού δεν ξέρω και πολλά γράμματα. Τι έγινε ρε παιδιά;

7. Το άθροισμα της ομορφιάς και της εξυπνάδας είναι πάντα σταθερό
Εφαρμόζω σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Ψάχνω και βρίσκω την πιο άσχημη υπάλληλο στα γκισέ. Στήνομαι με ύφος σαλιάρη σκύλου έξω από κρεοπωλείο, της λέω μια μεγαλοπρεπή καλημέρα, εντελώς τυχαία ότι τα μάτια της μου θυμίζουν καλοκαίρι (η μύτη της να δεις τι μου θυμίζει) και ω του θαύματος, ευγενικά και φιλικότατα με ρωτάει ποιο είναι το πρόβλημά μου. Της εξηγώ, κουνάει το κεφάλι της με κατανόηση, παίρνει τα χαρτιά μου, εξαφανίζεται για πέντε λεπτά και ξαναεμφανίζεται με ένα λαμπρό χαμόγελο «όλα εντάξει». Μεγάλε τα κατάφερες, τώρα πρέπει να σχεδιάσεις την απόδραση. Της λέω ότι με στέλνουν συνέχεια από τη δουλειά μου σε αυτή την Εφορία, απορώ πως δεν συναντηθήκαμε μέχρι τώρα, την άλλη εβδομάδα που θα ξανάρθω να κανονίσουμε για κανέναν καφέ, της κρατάω το χέρι χαιρετώντας την πάνω από πέντε δευτερόλεπτα, φεύγω νωχελικά, φτάνω στην σκάλα και…  Τρέχα Μήτσο, του χρόνου πάλι.

Φέτος, όμως το πήρα απόφαση. Όχι άλλα κουτάκια, ουρές (είναι και τα capital controls), γλυκόλογα στο γκισέ. Φέτος θα πάω στον Βασίλη, τον καλύτερο λογιστή της γειτονιάς, το απέφευγα γιατί ήταν, λέει, ακριβός ο Βασίλης και δεν παίρνει τις σακούλες με τις αποδείξεις… Έτσι λέγανε στην καφετέρια. Ας πάρει ότι ζητήσει ο ήρωας… Κι αν πάρει παράταση, δεν με νοιάζει. Κι αν κάνει αποχή, άκου αποχή ο λογιστής, περίεργο μου ακούγεται, δεν πειράζει. Ας την κάνει όποτε θέλει, ας ζητήσει και κάτι παραπάνω. Είχε δίκιο ο κουμπάρος τελικά. Ο Βασίλης, λέει, παίρνει παραπάνω από 15 ευρώ, αλλά παίρνεις επιστροφή φόρου, κάνει ανάλωση κεφαλαίου, μ’ έκανε εντύπωση αυτό, και τελικά πληρώνεις λιγότερα… Κάνε ότι θες Μέρφυ, αρκετά…

Σχολιάστε

*