Ποιο ποσό πρέπει να καταβληθεί ώστε να γίνει παραδεκτή η Έφεση σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

Ποιο ποσό πρέπει να καταβληθεί ώστε να γίνει παραδεκτή η Έφεση σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

Δόθηκε στη δημοσιότητα η με αριθμό ΠΟΛ. 1059/9.5.2016 εγκύκλιος της Γ.Δ.Δ.Ε., σχετικά με την καταβολή ποσού κατ’ άρθ. 93 ΚΔΔ για το παραδεκτό έφεσης.

Ήδη, με την ΠΟΛ. 1192/8.9.2011 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών με θέμα «Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν. 3900/2010 που αναφέρονται σε τροποποιήσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και λοιπά θέματα καθώς και παροχή οδηγιών σχετικά με την εφαρμογή τους», οριζόταν ότι:

«5. Άρθρο 22 (Δικαίωμα άσκησης έφεσης – άρθ. 93 Κ.Δ.Δ.)

Προστέθηκε νέα παράγραφος 3 στο άρθρο 93 του Κ.Δ.Δ., σύμφωνα με την οποία επί φορολογικών διαφορών με αντικείμενο χρηματικό, τίθεται ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της έφεσης, η καταβολή έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, ποσοστού 50% του οφειλόμενου ποσού κύριου φόρου ή προστίμου, όπως αυτό έχει οριστεί πρωτοδίκως, εκτός αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης (δηλαδή αν έχει κριθεί με την απόφαση επί της αιτήσεως αναστολής ότι η έφεση είναι προδήλως βάσιμη).

Διευκρινίζεται ότι το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία, μετά από αίτηση του φορολογούμενου, συντάσσει ατελώς ειδικό σημείωμα, επί του οποίου αναφέρεται και η καταβολή του ποσού αυτού».

Σύμφωνα με την νέα εγκύκλιο διαταγή με ΠΟΛ. 1059/9.5.2016, ορίζεται για το παραπάνω θέμα ότι:

«VH. Σημειώνεται ότι στις διατάξεις του άρθ. 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν υφίσταται πρόβλεψη για απαλλαγή από τους τυχόν τόκους, προσαυξήσεις, πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν την βεβαιωμένη οφειλή.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κατά την εκάστοτε είσπραξη μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, βεβαιωμένου στη Φορολογική Διοίκηση ποσού φόρου, προστίμου κτλ., μη εξαιρουμένης της περίπτωσης του άρθ. 93 του ΚΔΔ, συνεισπράττονται υποχρεωτικά οι αναλογούσες σε αυτό προσαυξήσεις, τόκοι ή πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής κατά περίπτωση.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η καταβολή στο πλαίσιο της παρ. 3 του άρθρου 93 του ΚΔΔ προκειμένου να ασκηθεί έφεση, (50% του κύριου φόρου, προστίμου κτλ. όπως έχει προσδιοριστεί με την πρωτόδικη απόφαση), αφορά στον προσδιορισμό του προς καταβολή ποσού (50 % του κύριου φόρου) και όχι στον τρόπο πίστωσης αυτού, ο οποίος πρέπει να πραγματοποιείται κατ’ αναλογία, σε όλα τα συμβεβαιούμενα ποσά και στις κατά Κ.Ε.Δ.Ε./Κ.Φ.Δ. προσαυξήσεις / τόκους / πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής.

Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον ο φορολογούμενος έχει καταβάλει το προσδιορισθέν προς καταβολή ποσό (κύριου φόρου), ανεξαρτήτως του τρόπου πίστωσης αυτού στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, λαμβάνει το κατά το άρθρο 93 Κ. Διοικητικής Δικονομίας ειδικό σημείωμα».

Αυτό που θα πρέπει να προσεχθεί είναι ότι ενώ έως την εφαρμογή του νέου ΚΔΔ, επί Προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια βεβαιωνόταν ποσό 50% του κυρίου φόρου, με τον νέο ΚΔΔ δεν υφίσταται αντίστοιχη διάταξη και συνεπώς βεβαιώνεται το 50% επί του συνόλου του κυρίου φόρου, προσαυξήσεων, προστίμων και τόκων.

Για παράδειγμα επί ποσού κυρίου φόρου 100.000 ευρώ και προσαυξήσεων με βάση τον Ν. 2523/1997 ποσοστού 120%, άρα 120.000 ευρώ και σε σύνολο 220.000 ευρώ, για την άσκηση Εφέσεως, πριν την εφαρμογή του νέου ΚΔΔ έπρεπε να καταβληθούν 50.000 ευρώ (100.000 Χ 50%), ενώ μετά την ισχύ του νέου ΚΔΔ 110.000 ευρώ (220.000 Χ 50%).

Δείτε το κείμενο της εγκυκλίου στην online τράπεζα.

Σχολιάστε

*