Ωδή στους ήρωες του 1821 και του 2016

Ωδή στους ήρωες του 1821 και του 2016

Πάντα ήμουν θερμός υποστηρικτής των Εθνικών επετείων, ειδικά όταν συνοδευόταν με μεγαλειώδεις στρατιωτικές παρελάσεις, θεωρώντας ότι σε μία χώρα με ασαφή κοινωνικό ιστό που έχει υιοθετήσει για εκατονταετίες την θεωρεία των «ένετων και βένετων» ή όπως θα λέγαμε σήμερα «εμείς και οι άλλοι» όπου το εμείς αντιστοιχεί στο Δεξιοί, Παοκτσήδες κ.λπ. και οι άλλοι στο Αριστεροί, Ολυμπιακοί κ.λπ., οι Εθνικές επέτειοι σηματοδοτούν τα ελάχιστα που μας ενώνουν και όχι τα χιλιάδες που μας χωρίζουν.

Οι Εθνικές επέτειοι και οι ένοπλες δυνάμεις, πάντα ήταν ίσως ο ισχυρότερος καταλύτης εθνικής ομοψυχίας και ενότητας. Πιστεύω, όπως και όλοι, πως είμαστε μια εθνότητα με βαθιά διαδρομή στην ιστορία, μόνο που η ιστορία αυτή έχει τεράστια κεφάλαια μη ύψιστης εθνικής υπερηφάνειας και σε κάθε περίπτωση, ευτυχώς είναι μεγάλη έτσι ώστε μπορούμε να κόβουμε και να ενώνουμε ότι μας βολεύει. Εξάλλου, πόσο τεκμηριωμένη μπορεί να είναι μια άποψη για ένα γεγονός που συνέβη πριν από πεντακόσια χρόνια;

Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι το αξιολογότερο πράγμα από την ιστορία μας, ανάγεται χιλιάδες χρόνια πριν, στην Αρχαία Ελλάδα, όπου ιστορικά στοιχεία μπλέκουν με την μυθολογία, αλλά σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι εξόχως θετικό. Βέβαια, το συγκεκριμένο γεγονός έχει παράλληλη σχέση με τα καρότα, επειδή αυτό που αξίζει είναι η ρίζα και όχι η πρασινάδα που αναφύεται του εδάφους και γενικά πάντα με εκνεύριζε το δίστιχο «ήρθε η άνοιξη και άνθισαν τα καρότα, χειροκρότα, χειροκρότα». Σε κάθε περίπτωση όμως, τα αρχαία μνημεία είναι εκεί και υπενθυμίζουν το αρχαίο κλέος και την ανωτερότητα της φυλής.

Για λόγους οικονομίας του κειμένου, θα κάνω μία ιστορική υπερπήδηση και θα φθάσω στην επίμαχη περίοδο των τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς των Ελλήνων από τους κακούς Τούρκους, όπου παιδιόθεν μου είχαν δημιουργηθεί διάφορες απορίες. Κατ’ αρχή ασυζητητί ήταν πολλά. Και ως κάθε τι κακό που κρατάει πολύ, αφήνει κουσούρια. Σε εμάς άφησε ακόμα περισσότερα. Βέβαια, όταν μιλάμε για τετρακόσια χρόνια, μιλάμε για περίπου δεκατρείς γενιές Ελλήνων, που οι περισσότερες από αυτές γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν ως σκλάβοι. Φυσικά, όπως συμβαίνει πάντα, κάποιοι ήταν λιγότερο σκλάβοι από τους άλλους και εφευρίσκοντας διάφορες παροχές και αξιώματα (π.χ. Γραμματικός του Πασά, Σαράφης -όχι στα Τρίκαλα μόνο-, συνεργαζόμενος με την ευρύτερη έννοια και λοιπά τινά), μάλλον βολευόταν αρκούντως ικανοποιητικά και τραβούσε αυτή η ιστορία. Εξάλλου και η συνοχή των καταπιεσμένων μάλλον έμοιαζε με κομμάτια πάζλ πεταμένα στο πάτωμα, πολλές γενιές δεν γνώρισαν και κάτι άλλο από την ισχύουσα κατάσταση, οπότε δεν είχαν και μέτρο σύγκρισης και τελικά ο συνθέτης του πάζλ άργησε καμιά τετρακοσαριά χρόνια για να καταφέρει να το ολοκληρώσει. Φυσικά, κάποια από τα κομμάτια δεν έμειναν και τόσο ευχαριστημένα με την νέα τάξη πραγμάτων και θεώρησαν ότι υπεύθυνος ήταν ο εκάστοτε συνθέτης, γι’ αυτό, σε δεδομένη στιγμή είτε τον έδιναν στην ψύχρα (βλέπε Καραϊσκάκης), είτε του την φυλούσαν και μεταγενέστερα τον κατηγορούσαν ας πούμε για «ξέπλυμα γροσίων» ή γενικώς για καταδολίευση του αξιώματος σε βάρος του Εθνικού συμφέροντος (βλέπε Κολοκοτρώνης) και ο «παραβάτης» ετιμωρείτο διά φυλακίσεως μετά μεθόδων σωματικής βελτίωσης.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω το ίσως γνωστό ανέκδοτο των Τούρκων. Όταν λέει ο Αλλάχ έκανε τους πρώτους δύο ανθρώπους έτυχε ο ένας να είναι Έλληνας και ο άλλος Τούρκος. Τους έβαλε μέσα σε ένα μεγάλο σινί (ταψί) για να ζήσουν αρμονικά, αλλά αυτοί όλο μάλωναν και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Έλληνας πάντα κέρδιζε τον Τούρκο. Πήγε λοιπόν ο τελευταίος παραπονούμενος στον Αλλάχ και αυτός σκέφτηκε πολύ – πολύ. Τελικά βρήκε τη λύση, έβαλε έναν ακόμα Έλληνα στο σινί, από τότε οι δύο Έλληνες σκοτώνονται μεταξύ τους και ο Τούρκος είναι ήσυχος.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι παρά τα αντιδραστικά στοιχεία και τους σφουγγοκωλάριους του εκάστοτε Πασά, Μπέη και άλλα συναφή αξιώματα που δεν γνωρίζω, υπήρξαν και πολλά ηρωικά πρόσωπα, τα οποία μετά θάνατον αναγνωρίστηκε η σημαντικότητά τους και το μέγεθος της συνδρομής τους στον αγώνα. Τα χρόνια πέρασαν δραματικά, τα ροζ συννεφάκια έκρυψαν όλη τη βρωμιά και οι ήρωες αποδόθηκαν στην ιστορία σε όλο τους το μεγαλείο να τους δοξάζουμε, να τους εξυμνούμε και να τους κάνουμε αγάλματα για να εναποθέτουν στέφανους οι εκάστοτε διοικούντες, μη έχοντας πολλάκις κάτι σημαντικότερο να κάνουν. Μοναδικά αντιδραστικά στοιχεία κάποιοι που θεωρούν πως η Μπουμπουλίνα δείχνει ομορφότερη αν της βάψουν με σπρέι κόκκινα τα μάγουλα και τα περιστέρια που πάντα είχαν μια λανθασμένη ενημέρωση για τη χρήση των αγαλμάτων.

Όπως είπαμε φίλοι αναγνώστες, τετρακόσια χρόνια ήταν πολλά. Συνάχι να είχες θα στο είχε γυρίσει σε ιγμορίτιδα. Κάτι συναφές συνέβη και με εμάς, δεν τα βρήκαμε σχεδόν ποτέ μεταξύ μας, πάντοτε ήμασταν δύο ομάδες και δεν παίζαμε ποδόσφαιρο όπου στην χειρότερη περίπτωση θα ακουγόταν κάποια σχόλια σχετικά με την μητέρα και γενικά όλη την οικογένεια του αντιπάλου, άντε να έπεφταν και μερικές ψιλές, αλλά είπαμε να κάνουμε κανέναν εμφύλιο γιατί ο Μήτσος ήταν μεν καλό παιδί αλλά κομμουνιστής και όταν το πόπολο δεν μπορούσε να συμμαζευτεί, ανέλαβαν την ηγεσία πεφωτισμένοι στρατιωτικοί ηγέτες με ειδικότητα στην ορθοπεδική με την μέθοδο του γυψαρίσματος.

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας ήταν στην πραγματικότητα η απαρχή των δεινών που ζούμε μέχρι και σήμερα. Οι κοτζαμπάσηδες και οι προύχοντες εισέπρατταν φόρους για λογαριασμό του Πασά με τον ανάλογο οβολό, αργότερα στην Επανάσταση, όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν αλλάξει οι ισορροπίες ταυτίστηκαν με τους κλέφτες και τους αρματωλούς, τους ανθρώπους που δεν είχαν και τίποτα να χάσουν και επειδή αυτή η κατηγορία των ανθρώπων είναι πάντα η πιο επικίνδυνη, γιατί δεν ελέγχονται, η μόνη λύση ήταν να συμμαχήσουν μαζί τους. Έτσι, την επόμενη μέρα, εκείνοι, οι πιο μορφωμένοι, πλούσιοι και δικτυωμένοι ήταν οι πρώτοι που ανέλαβαν πολιτικές θέσεις και επειδή η δημοκρατία ήταν κάτι καινούριο, έπρεπε να παίξουν το παιχνίδι με τους όρους τους για να κερδίσουν την εύνοια των ψηφοφόρων. Το ρουσφέτι, το μέσο, το βόλεμα έκαναν την εμφάνισή τους οργανωμένα και δεν έφυγαν ποτέ από την ταλαιπωρημένη χώρα. Αντί να γίνει μια σωστή, καλή αρχή για τη χώρα, κάθε μετερίζι εξουσίας είχε διεκδικητές και τα συμφέροντα μοιράζονταν μεταξύ τους.

Κάπου εκεί ξεκίνησε κάποιος να μιλάει για φορολογικό σύστημα σταθερό και δίκαιο και το ανέκδοτο αυτό το λέμε και σήμερα για να τηρούμε τις παραδόσεις. Επί τουρκοκρατίας υπήρχε ο κεφαλικός φόρος (το χαράτσι) για τους αλλόθρησκους χριστιανούς, ένας φόρος που πληρωνόταν για να έχει κάποιος αλλόθρησκος το δικαίωμα… να φέρει το κεφάλι στους ώμους του, υπήρχε η δεκάτη, ένας ποσοστιαίος φόρος επί της παραγωγής. Στην αρχή ο φόρος ήταν για να συντηρεί ο κατακτητής το στρατό και το κράτος και πολλοί Ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η Επανάσταση έγινε όταν η φορολογία έγινε δυσβάσταχτη, καταπιεστική. Η αναδιανομή τότε δεν είχε κοινωνικά κριτήρια, αλλά πρωτίστως (τύποις) εθνικά, στην ουσία εξυπηρετούσε την άρχουσα τάξη.

Η εποχή εκείνη μας κληροδότησε και το σημαντικό πρόβλημα όπως το βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Μεγάλα δάνεια από τις «συμμάχου» χώρες, με τα ανάλογα φυσικά ανταλλάγματα (πολιτική κηδεμονία, κόμματα που ανάγονταν απευθείας στην επιρροή των «συμμάχων», όπως Γαλλικό, Ρωσικό, Αγγλικό, διορισμός Βασιλιά, επαχθείς όροι αποπληρωμής κ.λπ.) και η χώρα εθνικά και οικονομικά δεν έγινε ποτέ ανεξάρτητη. Το πιο τραγικό βέβαια δεν είναι το υπέρογκο χρέος που άρχισε να συσσωρεύεται από τα χρόνια ακόμα και πριν την Επανάσταση, αλλά ότι από τα χρήματα αυτά ελάχιστα αξιοποιήθηκαν παραγωγικά από την χώρα. Αυτά πριν περίπου 200 χρόνια… Αργότερα ήρθαν επιδοτήσεις από την ΕΕ, πακέτα στήριξης με διάφορες ονομασίες (ΜΟΠ, ΕΣΠΑ κ.λπ.), αλλά η κατάληξη δεν διέφερε ιδιαίτερα.

Η αλήθεια είναι ότι περάσαμε και μερικά καλά χρόνια, μέχρι και Ολυμπιακούς αγώνες κάναμε πρόσφατα, αλλά οι κακές μοίρες και ζηλόφθονες αλλοδαποί, επενέβησαν πάλι ώστε να φθάσουμε στο χάλι που έχουμε εν έτη 2016, ζητώντας νέους ήρωες.

Σε κάθε περίπτωση, η Εθνική μας Επέτειος είναι από τα λίγα πράγματα που είμαστε υπερήφανοι, καλό είναι να πιστεύουμε πως μια χούφτα Έλληνες έδιωξαν τα λεφούσια των Τούρκων, οι οποίοι πανικόβλητοι αποτραβήχτηκαν στην ανατολική πλευρά της Μεσογείου, έστω και αν δημιουργούν κάποια επεισόδια τύπου Ιμίων έτσι για να υποδηλώνουν την παρουσία τους. Οι παρελάσεις, οι σχολικές γιορτές, ο πιτσιρικάς ντυμένος εύζωνας σε συσκευασία δώρου, ο γνωστός – άγνωστος πολιτευτής που θα καταθέσει στεφάνι στο άρτια καθαρισμένο άγαλμα του ήρωα το 21, είναι τελικά ο συνδετικός κρίκος αυτής της χώρας και από τα λίγα πράγματα που μας κάνουν να νοιώθουμε ότι όλοι μας είμαστε Έλληνες.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και αν χρειαζόταν να απαγγείλω πάλι κάτι για την Εθνική μας γιορτή, θα προτιμούσα τους στίχους του Σαββόπουλου «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη».

Η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος / εικόνες ξεχύνονται με μιας / πού πας παλληκάρι ωραίο σαν μύθος / κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς

Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης / μεγάφωνα και ασύρματοι από παντού / γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις / ψηλά στους βασιλιάδες τ’ ουρανού.

Σε όλα τα παλληκάρια και σε όλες τις ηρωίδες, σε όλους τους άγνωστους ήρωες του 1821, ένα μεγάλο ευχαριστώ από εμάς τους μάλλον ανάξιους απόγονούς τους.

Σχολιάστε

*